Σε μια γωνιά του πάρκου, μόνος και μικρός,
ψάχνει ο Punch μια αγκαλιά, έναν ήλιο φωτεινό.
Η μάνα του τον άφησε, η αγέλη τον διώχνει μακριά,
μα εκείνος βρήκε καταφύγιο σε μια λούτρινη καρδιά.
Με τα χεράκια του σφιχτά, το αρκουδάκι του κρατά,
σκαρφαλώνει στην κοιλιά του, βρίσκει ζεστασιά.
Δεν είναι μόνο ύφασμα, δεν είναι ένα παιχνίδι,
είναι η ελπίδα που γεννιέται μέσα σ' ένα ταξίδι.
Μικρέ Punch, μας έμαθες πως η ζωή νικά,
αρκεί να βρεις μια αγκαλιά να νιώσεις απαλά.
Πες γεια στη "μαμά Τέντι", εκείνη που σε προσέχει,
γιατί η δική σου η ψυχή, όλο τον κόσμο αντέχει.